
Η Αικατερίνη καταφθάνει στη Ρωσία από τη Γερμανία για να παντρευτεί με συνοικέσιο τον συμπατριώτη της Πέτρο Γ’, γεμάτη όνειρα για ρομαντική και χρήσιμη ζωή ως βασίλισσα, πλάι σε έναν αυτοκράτορα που έχει χάσει τη μητέρα του και αναζητά, στο πρόσωπό της, μια νύφη με χαρακτήρα, προσωπικότητα και καλή καρδιά. Ευσεβείς πόθοι: μέσα σε μία ώρα από την άφιξή της αντικρίζει έναν ασκητικό ιερέα που γλείφει τα δάχτυλά του για να τσεκάρει προσωπικά αν ο «εσωτερικός της τοίχος έχει παραβιαστεί» και, αμέσως μετά, τον μέλλοντα σύζυγο που την τρολάρει, την παντρεύεται συνοπτικά και, λίγο πριν συνεχίσει τις ασήμαντες ασχολίες του, ξεμπερδεύει με το σεξουαλικό του καθήκον, θρυμματίζοντας θεαματικά το αφελές της όραμα για οτιδήποτε ανθόσπαρτο και εποικοδομητικό είχε σκεφτεί για το κοινό τους μέλλον.